Χημικός πόλεμος


Μέλη της Ε.Ο.Ν σε άσκηση Α.Ρ.Β.Χ.Π

Σύντομη αναφορά από διαφορετικές πηγές. στον χημικό πόλεμο από την αρχαιότητα έως και σήμερα.


Ασσύριοι
Οι πρώτες αναφορές για χρήση βιολογικών και χημικών ουσιών σε περίοδο πολέμου αφορούν τη χρήση βιολογικών οργανισμών (μυκήτων του γένους Claviceps) από τους Ασσυρίους κατά τον 16ο αιώνα π.Χ. για δολιοφθορά των εφοδίων πόσιμου νερού του εχθρού.

Βέλη με δηλητήριο
Η χρήση δηλητηρίου ζώων σε βέλη αποτελεί μια πρώιμη μορφή βιολογικού πολέμου, η οποία ενδεχομένως να χρησιμοποιήθηκε και στον Τρωικό πόλεμο, καθώς και από τους Σκύθες τοξότες και τους Ινδούς πολεμιστές κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ανατολή. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός Αννίβας χρησιμοποιούσε δοχεία με δηλητηριώδη φίδια τα οποία εκτόξευε προς τα αντίπαλα πλοία κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας εναντίον του Ευρυμέδονα της Περγάμου. Στο Μεσαίωνα, υπάρχουν αναφορές που υποστηρίζουν ότι η επιδημία του Μαύρου Θανάτου (βουβωνική πανώλη) ξεκίνησε από τον πολιορκία της Κριμαϊκής πολης Kapha από τους Τατάρους το 1346 μ.Χ. κατά την οποία εκσφενδόνιζαν πτώματα από νεκρούς της πανώλης προς την πόλη με τη βοήθεια καταπελτών.

Από το Βυζάντιο στο Βιετνάμ
Ο βυζαντινός στρατός έκανε επίσης εκτεταμένη χρήση του «υγρού πυρός», το οποίο πιθανότατα ήταν ένα μίγμα θειαφιού, ρετσίνης και πετρελαίου. Το 1889, κατά τη διάσκεψη της Χάγης, καταδικάστηκε η χρήση πολεμικών αερίων και επιβλήθηκε η απαγόρευσή τους. Ωστόσο, επίσημη χρήση των χημικών ουσιών εν καιρώ πολέμου έγινε από τους Γερμανούς κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι χρησιμοποίησαν δηλητηριώδη αέρια (χλωρίου), που εκτόξευαν με ειδικούς σωλήνες εναντίον των Γάλλων στρατιωτών. Το τοξικό νέφος κινήθηκε προς τις γραμμές του εχθρού, προξενώντας τεράστιες απώλειες, τόσο στους στρατιώτες των χαρακωμάτων όσο και στον άμαχο πληθυσμό των μετόπισθεν, ενώ πέντε μήνες αργότερα οι Άγγλοι “απάντησαν” με το ίδιο όπλο.

Κατά τη διάρκεια του ίδιου πολέμου έγινε και χρήση του υπερίτη, με τον οποίο οι Γερμανοί επέφεραν τρομακτικές απώλειες στον εχθρό. Ο Μουσολίνι το 1935, στον πόλεμο της Αιθιοπίας, έκανε εκτεταμένη χρήση υπερίτη, ενώ ο Χίτλερ χρηματοδότησε εκτεταμένα ερευνητικά προγράμματα για την έρευνα και παρασκευή χημικών όπλων, όπως ήταν το αέριο νεύρων. Ο Μεταξάς στην Ελλάδα εκπαίδευσε τις Ένοπλες Δυνάμεις και την παραστρατιωτική Ε.Ο.Ν στην αντιμετώπιση χημικής επίθεσης.Στην κατεχόμενη από τους Ιάπωνες Ματζουρία, η μονάδα 731 του ιαπωνικού στρατού έκανε πειράματα μικροβιακού πολέμου σε Κινέζους πολίτες, χρησιμοποιώντας βακτήρια χολέρας, άνθρακα, τύφου και πανώλης. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα πειράματα για χρήση βιολογικών όπλων συνεχίστηκαν στις ΗΠΑ και στην ΕΣΣΔ. Κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ (1959-1975), οι Αμερικανοί χρησιμοποίησαν βιολογικές ουσίες, όπως η agent orange, για την αποψίλωση των τροπικών δασών, η οποία εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι έχει επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, ενώ με την agent blue οι Αμερικανοί δηλητηρίαζαν τους ορυζώνες με απώτερο σκοπό τη δολιοφθορά των εφοδίων των Βιετκόγκ.

Απαγόρευση
Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Γενεύης το 1972, για τα βιολογικά όπλα, η χρήση τους έχει απαγορευθεί, αν και υφίστανται συνεχώς καταγγελίες για τη συνέχιση μυστικών προγραμμάτων. Η ενδεχόμενη χρήση βιολογικών όπλων από τρομοκρατικές οργανώσεις (βιοτρομοκρατία-bioterrorism) αποτελεί θέμα συζήτησης, καθώς πρόσφατα είναι τα παραδείγματα της επίθεσης με βακτήριο σαλμονέλας το 1984 στο Όρεγκον των ΗΠΑ από βουδιστική μυστικιστική ομάδα, καθώς και της επίθεσης ιαπωνικής παραθρησκευτικής οργάνωσης το 1995 στο μετρό του Τόκιο με το αέριο “σαρίν”.
Το 1993 υπογράφηκε διεθνής συνθήκη στο Παρίσι για την απαγόρευση των χημικών όπλων, η οποία τέθηκε σε ισχύ από το 1997. Μερικά από τα πλέον γνωστά χημικά όπλα είναι το Φωσγένιο, το Σαρίν, Κυκλόσαριν,Σομάν, Ταμπούν, Νοβιτσόκ, Κολοκολ 1, ενώ οι διεθνείς οργανισμοί έχουν εντοπίσει εκατοντάδες άλλα χημικά αέρια και υγρά μέσα.



Ο οπλισμός του Οπλίτη



Ο ελληνικός κόσμος κατά την αρχαιότητα ήταν ένας κόσμος με συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις. Οι πόλεις - κράτη της εποχής βρίσκονταν ουσιαστικά συνεχώς σε πόλεμο, άλλοτε σε μεγαλύτερο και άλλοτε σε μικρότερο βαθμό, σε μια διαρκή μεταξύ τους σύγκρουση. Οι κύριοι λόγοι για αυτήν την έκρυθμη κατάσταση ήταν φυσικά οικονομικοί. Οι ελληνικές πόλεις - κράτη στην μεγάλη τους πλειοψηφία αποτελούσαν κατεξοχήν αγροτικές οικονομίες. Πέρα από το εμπόριο, την βιοτεχνία και διάφορες χειρονακτικές εργασίες (αγγειοπλάστες, ξυλουργοί, οικοδόμοι κτλ) η πλειοψηφία των κατοίκων ασχολούνταν με την γεωργία. Η ανάγκη των πόλεων - κρατών για εκτάσεις γόνιμης γης, τις έφερναν πολλές φορές σε σύγκρουση μεταξύ τους, ειδικά σε αμφισβητούμενες μεταξύ τους συνοριακές περιοχές. Σε αυτές τις πολεμικές συγκρούσεις και όχι μόνο, πρωταγωνίστησαν οι οπλίτες, το κατεξοχήν βαρύ πεζικό της ελληνικής πολεμικής τέχνης.

Οπλίτης σημαίνει οπλισμένος πολεμιστής. Οι οπλίτες ήταν εξοπλισμένοι με μεγάλη στρόγγυλη ασπίδα "όπλον", δόρυ, ξίφος, θώρακα, κράνος, περικνημίδες και σπανιότερα περιβραχιόνια, περιμηρίδες και περιχειρίδες. Από τα προαναφερθέντα όπλα, αμυντικά και επιθετικά αυτά που χαρακτηρίζουν τον οπλίτη είναι η μεγάλη στρόγγυλη ασπίδα και το νυκτικό δόρυ. Η ασπίδα τύπου όπλον είχε στρόγγυλο σχήμα με εσωτερική κοίλη και εξωτερική κυρτή επιφάνεια ώστε να εξοστρακίζονται τα εχθρικά χτυπήματα. Ήταν κατασκευασμένη από κομμάτια επεξεργασμένου ξύλου συνδεδεμένα μεταξύ τους τα οποία επικαλύπτονταν με δέρμα ενώ δεν έλειπαν και οι ενισχύσεις με μέταλλο. Η εξωτερική επιφάνεια της ασπίδας, και κατά περιπτώσεις και η εσωτερική, διακοσμούνταν με διάφορα μοτίβα ή εμβλήματα. Πολλοί οπλίτες άλειβαν την εξωτερική επιφάνεια της ασπίδας με λάδι ώστε αυτή να γυαλίζει στον ήλιο και να φαίνεται πιο εντυπωσιακή. Η ασπίδα ήταν προσδεμένη στο αριστερό χέρι του οπλίτη κατά τέτοιο τρόπο ώστε το βάρος της (7-8 κιλά, διάμετρος 90cm-1m) να μοιράζεται σε όλο το μήκος του (χεριού). Για την πρόσδεση στο αριστερό χέρι υπήρχε ο πόρπαξ, ένας ιμάντας στο εσωτερικό της ασπίδας που περνούσε από το κέντρο της ενώνοντας δύο αντιδιαμετρικά σημεία φέροντας στο μέσο το μια υποδοχή για το "κούμπωμα" του βραχίονα, καθώς και η αντιλαβή, δηλαδή μια λαβή την οποία έπιανε ο οπλίτης με την παλάμη.



Το δόρυ αποτελούνταν από ένα ξύλινο στέλεχος μήκους περίπου 2 μέτρων στο ένα άκρο του οποίου τοποθετούνταν σιδερένια αιχμή μήκους 20 - 40 cm και στην άλλη άκρη ένα σιδερένιο τμήμα γνωστό ως σαυρωτήρας, που είχε ανάλογο μήκος και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική αιχμή σε περίπτωση που έσπαγε το τμήμα του δόρατος με την κύρια αιχμή. Συνήθως στο σημείο όπου ο οπλίτης έπιανε το δόρυ τοποθετούνταν ύφασμα ώστε το τελευταίο (δόρυ) να μη γλιστρά από τον ιδρώτα της παλάμης του οπλίτη. Το δόρυ το χρησιμοποιούσε ο οπλίτης με το δεξί χέρι ανασηκωμένο προς τα πάνω ώστε να πραγματοποιεί κατωφερή πλήγματα στον αντίπαλο αλλά και για να μην τραυματίσει με τον σαυρώτηρα τους συμπολεμιστές που βρίσκονταν πίσω από αυτόν σε διάταξη φάλαγγας.

Το κράνος ήταν συνήθως κατασκευασμένο από χαλκό. Εσωτερικά έφερε υφασμάτινη επένδυση ώστε να μην ερεθίζεται το δέρμα της κεφαλής του οπλίτη από το μέταλλο αλλά και για την καλύτερη προσαρμογή του σε αυτήν. Μάλιστα πολλές φορές οι οπλίτες πριν φορέσουν το κράνος τους, τύλιγαν τα μαλλιά τους με υφασμάτινη ταινία για ακόμη καλύτερη σταθεροποίηση του κράνους στο κεφάλι τους. Το κράνος ήταν σχετικά φθηνό και μπορούσε να το αποκτήσει σχεδόν κάθε οπλίτης - πολίτης. Υπήρχαν διάφοροι τύποι κρανών μεταξύ των οποίων ο πιο ίσως γνωστός είναι το κορινθιακό κράνος. Το κορινθιακό κράνος γεννήθηκε από την ανάγκη της πλήρης κάλυψης του προσώπου του οπλίτη κάτι το οποίο ήταν αναγκαίο για μια εκ του σύνεγγυς μάχη. Το κορινθιακό κράνος αποτελείται από δύο μεταλλικά τμήματα συγκολλημένα μεταξύ τους. Έχει δύο αμυγδαλωτές οπές για την όραση, επιρρύνιο για την προστασία της μύτης και μια κάθετη οπή ώστε να είναι δυνατή η αναπνοή του οπλίτη. Πολλές φορές το κορινθιακό κράνος, όπως και οι υπόλοιποι τύποι, έφερε στην κορυφή του υποδοχές για την τοποθέτηση εντυπωσιακών λοφίων που αποτελούνταν ως επί το πλείστον από τριχιές αλόγου οι οποίες ήταν βαμμένες με ζωηρά χρώματα. Αν και το λοφίο έδινε στον οπλίτη περισσότερο ανάστημα και γενικά τον έκανε να φαίνεται πιο επιβλητικό, μάλλον δεν ήταν και τόσο πρακτικό στη μάχη, δηλαδή ήταν άβολο. Το κορινθιακό κράνος έφερε πάνω του διάφορες διακοσμητικά μοτίβα, ειδικά τα κράνη των ευπορότερων πολιτών και ιδίως των στρατηγών ενώ ήταν και βαμμένο (όπως και άλλοι τύποι κρανών) και για λόγους εντυπωσιασμού αλλά και προστασία από την οξείδωση. Πέρα από το κορινθιακό υπήρχαν και άλλοι τύποι κρανών όπως το χαλκιδικό, κρητικό, ιλλυρικό, αττικό, φρυγικό κράνος και το κράνος τύπου "πίλου" . Το τελευταίο γνώρισε μαζική παραγωγή και αποτέλεσε το κράνος πολλών οπλιτών κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο καθώς ήταν ιδιαίτερα φθηνό και βολικό παρόλο που δεν προσέφερε πλήρη προστασία του προσώπου, όπως το κορινθιακό που ήταν όμως άβολο και "άκαμπτο".



Οι αρχικοί θώρακες των οπλιτών ήταν συνήθως μεταλλικοί και άνηκαν στον τύπο "κωδωνόσχημος θώρακας". Ένας τέτοιος μεταλλικός θώρακας είχε πάχος κάτω από μισό εκατοστό προσφέροντας επαρκή προστασία του κορμού του οπλίτη, άφηνε όμως εκτεθειμένο το υπογάστριο του. Αργότερα εμφανίστηκαν οι λινοθώρακες ή σύνθετοι θώρακες καθώς και οι μυώδεις μεταλλικοί θώρακες. Οι λινοθώρακες αποτελούνται από αλλεπάλληλα στρώματα λινού υφάσματος ενωμένα μεταξύ τους ώστε να δημιουργούν ένα αδιαπέραστο στρώμα πάχους περίπου 0,5 cm. O θώρακας προσέφερε και προστασία του υπογαστρίου με διπλή συνήθως σειράν πτερύγων. Ο λινοθώρκας κούμπωνε στην αριστερή μεριά του κορμού του οπλίτη. Aρκετοί οπλίτες δεν εμπιστεύονταν την προστασία που τους παρείχε ο καθεαυτού λινοθώρακας για αυτό το λόγο τον θωράκιζαν με μεταλλικές φωλίδες ή λέπια καθώς και με μεταλλικά ελάσματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο θώρακας ήταν σύνθετος και το βάρος του ήταν παρόμοιο με αυτό ενός κωνωδόσχημου ή μυώδους μεταλλικού θώρακα. Ο λινοθώρακας ήταν γενικά ο καταλληλότερος για το θερμό ελληνικό κλίμα (οι επιχειρήσεις λάμβαναν χώρα από τα μέσα άνοιξης έως αρχές του φθινοπώρου) και επίσης προσάρμοζε αρκετά καλά στο σώμα του οπλίτη. Πολλές φορές οι λινοθώρακες κατασκευάζονταν και από δέρμα το οποίο ήταν φθηνότερο από το λινό ύφασμα και προσέφερε και αυτό ανάλογη προστασία. Ο μυώδης μεταλλικός θώρακας έφερε πάνω του ανάγλυφη αποτύπωση του ανδρικού σώματος και συνήθως τον φορούσαν αξιωματικοί. Όπως και ο κωνωδόσχημος έτσι και ο μυώδης μεταλλικός θώρακας αποτελούνταν από δύο τμήματα, ένα για το μπροστινό τμήμα του κορμού και ένα για το πίσω, που κούμπωναν μεταξύ τους στα πλευρά. Ο μυώδης θώρακας με μια προς τα κάτω επέκταση προσέφερε επαρκή προστασία της κοιλιάς και τμήματος του υπογαστρίου και συνήθως φοριούνταν πάνω από μια δερμάτινη στολή με πτέρυγες στα άκρα γνωστή ως σπολάδα.

Ο οπλίτης ως βασικό επιθετικό όπλο είχε το δόρυ, αναφορά στο οποίο έγινε παραπάνω. Το ξίφος είχε βοηθητικό ρόλο. Τα κύρια είδη ξιφών του οπλίτη ήταν δύο, το κλασσικό ελληνικό δίκοπο θλαστικό - νηκτικό ξίφος αλλά και η ελληνική κοπίδα. Το μήκος και των δύο ήταν περίπου πάνω κάτω μισό μέτρο. Μάλιστα η κοπίδα χρησιμοποιούνταν ιδίως από τους ιππείς καθώς ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική στον αποκοπή του κεφαλιού του εχθρού, καθώς ο ιππέας εφορμούσε με ταχύτητα.
Oι περικνημήδες προσέφεραν προστασία του μπροστινού τμήματος του ποδιού περίπου έως το ύψος του γόνατου και ήταν κατασκευασμένες από λεπτό μεταλλικό έλασμα. Οι άρχικές περικνημίδες (8 - 6 π.Χ. αιων) ως προς την διακόσμηση ήταν απλές χωρίς ανάγλυφη αποτύπωση μυών και νευρώσεων όπως οι μεταγενέστερες (από αρχές 5 π.Χ. αιων. και μετά). Το μεγαλύτερο του μειονέκτημα ήταν ότι δεν προσέφεραν ευκινησία στο πεδίο της μάχης για αυτό το λόγο άλλωστε δεν ήταν λίγοι οι οπλίτες που δεν τις προτιμούσαν και αρκούνταν στην προστασία της ασπίδας για τα κάτω τους άκρα. Άλλοι τύποι θωράκισης για τα άκρα, όπως οι περιμηρείδες και περιχειρίδες ελάχιστα χρησιμοποιούνταν ιδίως οι περιμηρείδες.

Αυτός σε γενικές γραμμές ήταν ο οπλισμός ενός οπλίτη. Βέβαια υπήρξαν διαφοροποιήσεις από περίοδο σε περίοδο, για παράδειγμα κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο πολλοί οπλίτες δεν φορούσαν θώρακα αλλά είχαν μόνο ασπίδα και κράνος και ίσως περικνημίδες, για να ξαναχρησιμοποιηθούν ευρέως οι θώρακες από το τέλος του 5 π.Χ. αιών. και μετά όπως φαίνεται σε σχετικά αγγεία. Επίσης τον οπλισμό του Έλληνα οπλίτη τον υιοθέτησαν ή επηρεαστήκαν από αυτόν και άλλοι λαοί, όπως πληθυσμοί της Ιταλίας, οι Πέρσες κ.α. Συμπερασματικά οι Έλληνες οπλίτες για αιώνες ήταν οι πιο αποτελεσματικοί πολεμιστές της λεκάνης της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής κάτι το οποίο τους έκανε περιζήτητους και εκτός των συνόρων της πατρίδας μας.

«Δίωκε δόξαν και αρετήν»



Αυτό είναι το ρητό του πεζικού, του σώματος που πρωταγωνιστεί στους πολέμους από τα παλαιά μέχρι και τα σύγχρονα έτη. Η Δόξα αποκτάται με την αυτοθυσία και την τόλμη, κερδίζεται με το τυφέκιο και τη σπάθη, απ' αυτούς που έχουν στο έπακρο τις ηθικές δυνάμεις και τις απαραίτητες γνώσεις, μετά από μελέτη και άσκηση. Εδραιώνεται με το αίμα της στρατιάς των νεκρών του Πεζικού, που συμβολίζεται στο έμβλημα με το κόκκινο φόντο. Από την άλλη, η αρετή αποτελεί το κόσμημα των γενναίων, εκδηλωνόμενη με την ηθική, το δίκαιο, την τιμιότητα, την καλοσύνη και το σεβασμό των αντιπάλων. Ολοκληρώνεται με την υλοποίηση του συμβολισμού της λυχνίας, δηλαδή την πίστη στο Θεό και την απόδοση τιμής στους νεκρούς.Το κόκκινο χρώμα στο έμβλημα του Πεζικού συμβολίζει το αίμα των ανδρών του Πεζικού που θυσιάστηκαν στους αγώνες του έθνους.

 Κατά την αρχαιότητα το Πεζικό αποτελούσε τη βάση του Στρατού. Οπλισμένο με αμυντικά και επιθετικά όπλα, διεξήγαγε τον αγώνα με την κίνηση και την ισχυρή κρούση. Γι’ αυτό το λόγο διατηρούσε πολύ πυκνούς και μαζικούς σχηματισμούς ώστε να έχει ισχυρή δύναμη κρούσεως. Τον κύριο όγκο κρούσεως αποτελούσε το βαριά οπλισμένο Πεζικό, που τασσόταν συνήθως σε αρκετά βαθείς σχηματισμούς, σε δύο γραμμές. Το ελαφρύ Πεζικό τασσόταν, πριν από την εμπλοκή, στο μέτωπο ή στα πλευρά και όταν άρχιζε η μάχη επεδίωκε να επιφέρει όσο το δυνατό μεγαλύτερες απώλειες στον εχθρό και εξακολουθούσε σε όλη τη διάρκεια της μάχης να παρενοχλεί τον εχθρό, με τα μέσα του. Οι ‘Ελληνες κατά των Τρωϊκό Πόλεμο έφεραν τον οπλισμό της εποχής εκείνης που περιλάμβανε, δόρυ, τόξο, ακόντιο, σφενδόνα και για την άμυνα ασπίδα, κράνος και περικνημίδες. Οι αρχηγοί μάχονταν από χαμηλό δίτροχο άρμα που το έσυραν δύο άλογα.

Στην Σπάρτη, Οι νέοι Σπαρτιάτες λάμβαναν δημόσια αγωγή από το 7ο έτος της ηλικίας τους και υπολογίζονταν σαν στρατεύσιμοι από το 20ο έτος. Η ζωή κάθε νέου ήταν αφιερωμένη στη γυμναστική και στρατιωτική εξάσκηση με αποτέλεσμα η Σπάρτη να αποκτήσει ένα στρατό μοναδικό για τις στρατιωτικές του αρετές, τη σιδηρά πειθαρχία, την αντοχή και τη μαχητική ικανότητα.Ο οπλισμός των αρχαίων Σπαρτιατών περιλάμβανε θώρακα, κράνος και ασπίδα (αμυντικός οπλισμός) ή μακρύ δόρυ και βραχύ ξίφος (επιθετικός οπλισμός).Ο εφαρμοζόμενος σχηματισμός μάχης ήταν μία ενιαία παράταξη βάθους συνήθως οκτώ ανδρών. Το Σπαρτιατικό στρατιωτικό δόγμα στηρίζονταν στην ατομική εκπαίδευση του οπλίτη, στη χρήση των όπλων και τους ελιγμούς στην απόλυτη πειθαρχία του και στην ατομική του ανδρεία.

Στην αρχαία Αθήνα μετά το 18ο έτος ο νέος εκηρύσσετο έφηβος και έδινε τον όρκο του αστού. Στη συνέχεια έπαιρνε οπλισμό και τον έστελναν στα σύνορα της πόλεως, όπου εκπαιδευόταν στα του πολέμου. Ο στρατός των Αθηνών ήταν εξοπλισμένος με κράνος, θώρακα, ασπίδα, δόρυ με σιδερένια ή χαλύβδινη αιχμή και ξίφος. Την Αθηναϊκή παράταξη αποτελούσαν Λόχοι συμπαραταγμένοι που σχημάτιζαν μετωπική φάλαγγα αλλεπάλληλων ζυγών με διάστημα και βάθος από άνδρα σε άνδρα ενός βήματος. Ο Μιλτιάδης επινόησε το "Βήμα Εφόδου" που συνδυαζόταν με την "Πολεμική κραυγή", δηλαδή οι Αθηναίοι εκτελούσαν επίθεση κραυγάζοντας πολεμικές ιαχές, όπως αλαλά, ελελεύ κ.λ.π. Από την εποχή του Μιλτιάδη η Στρατηγική και η Τακτική έχουν και κατά γράμμα και κατ'ουσία Ελληνική καταγωγή και σημαίνουν την κυριαρχία του γρηγορούντος εφευρετικού Ελληνικού πνεύματος πάνω στην άψυχη μάζα. Οι Μακεδόνες μετά τη Μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) ανέλαβαν την ηγεμονία των Ελληνικών Πόλεων. Ο Φίλιππος ήταν ο πρώτος αναδιοργανωτής και θεμελιωτής του Μακεδονικού Στρατού. Ειδικότερα:
  • Επέβαλε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.
  • Μόρφωσε τα στελέχη.
  • Θέσπισε σύστημα προαγωγών, στηριζόμενο στην προσωπική αξία και στην ευδόκιμη υπηρεσία των στελεχών.
  • Συγκρότησε την περίφημη Μακεδονική Φάλλαγγα.
  • Οργάνωσε Υπηρεσία Επιμελητείας και Μεταφορών.
    

 Με αυτό τον τρόπο ο Φίλιππος υπήρξε ο πρόδρομος όλων των στρατιωτικών οργανωτών και έθεσε τις βάσεις, επί των οποίων δύναται να οργανωθεί ένας Εθνικός Στρατός. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Μακεδονικής Φάλλαγγας ήταν ο ατομικός οπλισμός και η διάταξη μάχης. Οι Φαλλαγγίτες ήταν βαρύτερα οπλισμένοι. Εφεραν κράνος, θώρακα βαρύτερο και ασπίδα που κάλυπτε τον μαχητή, ως αμυντικό οπλισμό. Ο επιθετικός οπλισμός περιλάμβανε τη σάρισσα (δόρυ, μήκους 4,20-4,80 μ.) και το βραχύ Ελληνικό ξίφος. Οι Φαλλαγγίτες τάσσονταν επί 16 ζυγών, σε τρόπο, ώστε οι σάρισσες των πρώτων 5 ζυγών να υπερβαίνουν το μέτωπο της φάλλαγγος και σχημάτιζαν τείχος διαπέραστο.  Εκτός από τους Φαλλαγίτες, το Μακεδονικό Πεζικό περιλάμβανε και το σώμα των "υπασπιστών", με κύριο έργο κατά τη μάχη την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων.

Κατά την Βυζαντινή περίοδο αρχικά το στρατό τον αποτελούσαν κυρίως Βάρβαροι μισθοφόροι κατά το Ρωμαϊκό πρότυπο. Σταδιακά όμως, το μισθοφορικό σύστημα άρχισε να εγκαταλείπεται και να δημιουργούνται Εθνικές Δυνάμεις. Η ολοκλήρωση του θεσμού του "Εθνικού Βυζαντινού Στρατού" πραγματοποιήθηκε επί Λέοντος Γ΄ (717μ.Χ.-740μ.Χ.) και συνέπεσε με την καθιέρωση της νέας διοικητικής διάρθρωσης των "Θεμάτων". Η ιδέα ενός μόνιμου επαγγελματικού Στρατού στην ειρήνη, ενισχυμένου με ισχυρές εφεδρείες στον πόλεμο, γεγονός που αποτελεί τη βάση της οργανώσεως και των σημερινών Στρατών, είναι ιδέα καθαρά Βυζαντινή.Το Τάγμα αποτελεί αυτοτελή διοικητική και τακτική Μονάδα, η οποία διαθέτει ανάλογα βαριά και ελαφρά οπλισμένο προσωπικό, που έχει τη δυνατότητα ν'αναλαμβάνει την εκτέλεση ειδικών αποστολών και να επιτυγχάνει την άμεση ασφάλειά του με τα δικά του μέσα.Η καινοτομία αυτή των Βυζαντινών παρέμεινε μέχρι σήμερα αμετάβλητη. Το Τάγμα ήταν δύναμης 200-400 ανδρών, το αποτελούσαν 16 στοίχοι ανδρών σε παράταξη 16 ζυγών. Η Βυζαντινή διάταξη μάχης δεν έχει το γραμμικό χαρακτήρα της αρχαίας Τακτικής. Είναι διάταξη σε βάθος και ανταποκρίνεται μάλλον στις σημερινές αντιλήψεις της διάταξης "ολόπλευρης μάχης". Η διάταξη αυτή περιλάμβανε:


·         Τη Γραμμή Μάχης. Αυτή την αποτελούσε αριθμός που περιλάμβανε τα 2/3 του συνολικού αριθμού των Ταγμάτων και ήταν παράταξη προς ορισμένη κατεύθυνση.
·         Τη Γραμμή της Εφεδρείας. Αυτή την αποτελούσε το 1/3 του συνολικού αριθμού των Ταγμάτων. ‘Ηταν παράταξη σε απόσταση 1.000 περίπου μέτρων πίσω από τη γραμμή μάχης, με διαστήματα 250 μέτρων μεταξύ των Ταγμάτων.
·         Την Οπισθοφυλακή. Αυτή την αποτελούσαν δύο Τάγματα που ήταν παραταγμένα σε απόσταση 250 μέτρων, πίσω από το δεξιό και το αριστερό της γραμμής της εφεδρείας.

Τα επιθετικά όπλα του Βυζαντινού Στρατού ήταν: δόρυ, ακόντιο, σπάθη, πέλεκυς, κορίννη, τόξα (βαριά και ελαφρά),σφενδόνη, ενώ ο αμυντικός οπλισμός περιλάμβανε ασπίδα, περικεφαλαία, θώρακα, χειρίδες, κνημίδες.


Κατά τη σύγχρονη εποχή, η αυξανόμενη καταστρεπτική ισχύς των διαφόρων μηχανημάτων επέφερε, σαν φυσική συνέπεια, την αύξηση του Πυροβολικού και τη δημιουργία νέου Οπλου, της Αεροπορίας. Η αναλογικά αριθμητική μείωση του Πεζικού που επήλθε δεν έγινε σε βάρος της αξίας του, αλλά σε ενίσχυση της ικανότητάς του. Είναι αναμφισβήτητο, ότι υπάρχει η δυνατότητα να εφευρεθούν μηχανές που θα έχουν όχι μόνο αυτή την υλική καταστρεπτική ισχύ, αλλά και πολύ μεγαλύτερη από αυτή του Πεζικού, δεν μπορούν όμως αυτές να παράσχουν ούτε ελάχιστο μέρος από την ηθική ισχύ του.
Επίσης είναι γνωστό, ότι ο πόλεμος στο σύνολό του αποτελεί σύγκρουση όχι μόνο υλικών αλλά και ηθικών δυνάμεων. Κατά συνέπεια το Πεζικό θα παραμένει το μοναδικό πλήρες ‘Οπλο, του εκ του συστάδην αγώνα, το μόνο κατάλληλο να αγωνίζεται σε κάθε έδαφος, ημέρα και νύκτα, με το συνδυασμό του πυρός, της κινήσεως και της κρούσεως.